
Γνωρίζω σε ποιον πίστεψα
«…διότι εξεύρω εις τίνα επίστευσα» (Β΄ Τιμόθεον α΄ 12)
Η ομολογία αυτή του αποστόλου Παύλου είναι τόσο διαφορετική από όλες τις άλλες. Δεν έχει τίποτα το εντυπωσιακό. Τίποτα το πολύ δυνατό. Τίποτα από εκείνα που μπορούν να σε σταματήσουν και να σε κάνουν να ζηλέψεις. Μάλιστα, ίσως θα την προσπερνούσαμε, χωρίς να σταθούμε και να ασχοληθούμε ξεχωριστά μ’ αυτήν. Και όμως, έχει ένα τόσο πλούσιο περιεχόμενο και ένα τόσο απροσμέτρητο βάθος, που δεν τα συναντούμε στις άλλες του ομολογίες. Μόνο που το βάθος αυτό δεν φαίνεται στην πρώτη και επιπόλαιη ματιά.
Για να καταλάβουμε τι θέλει ακριβώς να πει μ’ αυτά τα λόγια, είναι ανάγκη να μεταφερθούμε στις ειδικές συνθήκες που βρισκόταν ο απόστολος Παύλος, όταν έλεγε τα λόγια αυτά, και τις ειδικές συνθήκες τις ψυχολογικές που ζούσε.
Α) Ήταν φυλακισμένος στη Ρώμη. Πάντα οι φυλακές δεν ήταν ευχάριστες. Ήταν υπόδικος στον Καίσαρα και μολονότι, όπως λένε, ήταν αρκετά ελεύθερος να μένει μ’ ένα στρατιώτη δεσμοφύλακα σε μισθωμένο δωμάτιο, δεν έπαυε να είναι ένας δεσμώτης «φορών άλυσιν», όπως ο ίδιος μας λέει. Δεν έπαυε να αποκαλεί τον Θεό Πατέρα του και όλη αυτή η ιστορία φαινομενικά είχε μια αντίφαση. Να έχεις τον Θεό Πατέρα σου και να γυρίζεις από φυλακή σε φυλακή, μέσα σε στερήσεις, κακουχίες, ταλαιπωρίες; Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό; Ασφαλώς ο διάβολος πολύ θα τον πείραζε στο σημείο αυτό. Ο απόστολος Παύλος, πιστεύουμε πως το είχε ξεπεράσει το σημείο αυτό. Τα σχέδια του Θεού και η σκοπιμότητα που αυτά εξυπηρετούν γύρω από τις ανάγκες των ανθρώπων, εξυπηρετούνταν καλύτερα με το να είναι ο απόστολος Παύλος στη φυλακή. Δεν μπορούμε να το καταλάβουμε, ίσως ούτε ο ίδιος το καταλάβαινε. Η πίστη δεν έχει πάντα ανάγκη να καταλαβαίνει. Της φθάνει η βεβαιωμένη αγάπη του Θεού. Μπορούμε να πούμε όμως, απ’ όσα καταλαβαίνουμε, πως η περίοδος της φυλακής του αποστόλου Παύλου στη Ρώμη ήταν η γλάστρα, η αφορμή, το έδαφος για να γραφτούν οι θαυμάσιες επιστολές της φυλακής, προς Εφεσίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Φιλήμονα και οι ποιμαντικές επιστολές προς Τιμόθεον. Ίσως χωρίς τη φυλακή να μην υπήρχαν και οι επιστολές.
Β) Είχε ένα μέλλον άγνωστο και αβέβαιο. Δεν ήξερε τι τον περίμενε την άλλη μέρα και αν θα εξακολουθούσε να είναι στη ζωή. Τα πάντα κρεμόντουσαν από τη διάθεση και τα καπρίτσια του αυτοκράτορα και των κύκλων του, που έλυναν και έδεναν και έπαιρναν ζωές χωρίς κανένα δισταγμό. Ζούσε κάθε μέρα αδελφωμένος με το θάνατο. Η ζωή του ήταν διαρκώς σε ξένα χέρια. Τελείως εχθρικά. Είχαν λόγους να θέλουν την εξόντωσή του.
Γ) Είχε αναλώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές, διωγμούς, στερήσεις. Και το επιστέγασμα όλων αυτών, ήταν να βρίσκεται, ακόμα και από τους δικούς του, αυτούς που με χίλιους τρόπους διακόνησε και εξυπηρέτησε, εγκαταλειμμένος, κάτι που το έφερε βαρέως και το υπογράμμιζε, λέγοντας «πάντες με εγκατέλειψαν». Όταν ο ήλιος λάμπει και όλα τα σχέδιά μας ευοδώνονται, τότε και η πίστη μας δεν έχει λόγους να ανησυχεί. Μα σαν ο ήλιος κρύβεται μέσα στα σύννεφα, και όλα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, τότε τι γίνεται με την πίστη μας;
Δ) Είχε εγκαταλειφθεί με αποστροφή, ακόμη και από τους δικούς του. Δεν ξέρουμε για ποιες σκοπιμότητες το έκαναν αυτό. «Με απεστράφησαν» είναι πολύ βαρύ. Η κοινωνία με ανθρώπους, με φίλους, είναι μια ανάγκη. Αναγκάζεται να λέει στον Τιμόθεο και σχεδόν να τον παρακαλεί «μη εντραπείς εμέ τον δέσμιον». Βέβαια ο Θεός τον είχε ειδοποιήσει από την αρχή για τα «όσα έμελλε να πάθη υπέρ του ονόματός Του». Μα το βάρος ήταν μεγάλο. Ήταν ένας τόσο βαρύς και δύσκολος σταυρός.
Ε) Είχε την πληροφορία από τον Κύριο πως πλησίαζε το τέλος της ζωής του. Βέβαια, δεν έδινε και μεγάλη σημασία σε τούτη τη ζωή. Μόνο η διακονία του Ευαγγελίου είχε γι’ αυτόν ενδιαφέρον. Τους δικούς Του ο Θεός δεν τους αφήνει απληροφόρητους. Γνωρίζω παραδείγματα καταπληκτικά, που ο Κύριος πληροφόρησε παιδιά δικά Του για την επικείμενη αναχώρησή τους από τον κόσμο τούτο. Και αυτό το λίγο που του έμενε να το περνά μέσα στη φυλακή.
Πόσα δεν θα του έλεγε ο διάβολος, ο ψιθυριστής, στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς του. Ο διάβολος διαβάλλει τους πάντες προς όλες τις κατευθύνσεις, και βέβαια ξέρει ο διάβολος να κάνει καλά τη δουλειά του. Αντλεί τα επιχειρήματά του μέσα από τη ζωή μας και τις περιστάσεις που μας περιβάλλουν. Θα ’λεγε στον απόστολο Παύλο: «Πού είναι ο Θεός σου; Γιατί σε εγκατέλειψε σε μια τόσο άσχημη κατάσταση; Τόσους κόπους και τόσες θυσίες που έκανες γι’ αυτόν… Τη ζωή σου ολόκληρη Του έδωσες. Με τι νόμισμα σε πληρώνει τώρα;»
Σ’ όλες αυτές τις κατηγορίες του διαβόλου μια απάντηση είχε: «Γνωρίζω σε ποιον πίστεψα».
Γνωρίζω γονείς, που πήγαν διάφοροι και τους κατηγορούσαν το παιδί τους. Μα αυτοί δεν δέχθηκαν καμία κατηγορία. Η απάντησή τους ήταν κατηγορηματική. «Γνωρίζω πολύ καλά το παιδί μου». Το ίδιο έχω ακούσει να λένε σαν απάντηση για κατηγορίες εναντίον αρραβωνιαστικιάς ή γυναίκας. Είναι η αγάπη, που υψώνει ένα τείχος σε κάθε κατηγορία, τείχος απροσπέλαστο.
Γνωρίζω σε ποιον πίστεψα.
Είναι όμως, πρέπει να το αναγνωρίσουμε, μια ώρα όχι συνηθισμένη, μα μια ώρα μαρτυρική, σαν και εκείνη του Ιώβ. Είναι μια ώρα σαν και εκείνη που υπαινίσσεται ο Δαβίδ στον ψαλμό του, που ο εχθρός τού λέει ή μάλλον του σφυρίζει γεμάτος δηλητήριο: «Πού είναι ο Θεός σου;» Είναι ένας Γολγοθάς για τον απόστολο Παύλο, που ολομόναχος θα πρέπει να τον ανέβει. Μα η απάντησή του και η ομολογία του σε όλα αυτά είναι μία.
Α) Γνωρίζω την αγάπη Του. Την έζησα τόσα χρόνια, για να ξέρω τις διαστάσεις της. Και το βάθος της. Κορυφή και αναμφισβήτητη απόδειξη αυτής της αγάπης είναι ο σταυρός και το αίμα που χύθηκε για μένα. Στη σκιά αυτού του σταυρού έζησα και ζω καθημερινά. Τι σημασία έχει αν οι άνθρωποι, γνωστοί, συγγενείς και φίλοι, με εγκατέλειψαν; Ξέρω πού φτάνει η δική Του αγάπη. Ο σταυρός, πάντοτε, τις δύσκολες ώρες του πειρασμού και της δοκιμασίας, διαλύει τα σύννεφα και κάνει πάλι το φως του ήλιου να λάμπει.
Β) Γνωρίζω την αξιοπιστία Του. Αν και φυλακισμένος και ίσως μελλοθάνατος, όλα αυτά καθόλου δεν βαραίνουν στη συνείδησή μου. Μέχρι τώρα πολλά τράβηξα, μα όλα αυτά δεν σημαίνουν εγκατάλειψη. Ο Κύριός μου, μέχρι τώρα, δεν με εγκατέλειψε. Και φυσικά δεν πρόκειται να με εγκαταλείψει τώρα. Με άλλο τρόπο διάβαζε και ερμήνευε ο απ. Παύλος τα γεγονότα που γύρω του συμβαίνανε. Ποτέ δεν φαντάστηκε πως ο Κύριός του μπορούσε να τον εγκαταλείψει.
Γ) Γνωρίζω το μεγαλείο Του. Ξέρω πολύ καλά ποιος είναι αυτός που στα χέρια Του έχω αφημένη τη ζωή μου. Είναι Αυτός που, όπως δήλωσε, «εις εμέ εδόθη πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης». Είναι Αυτός που Τον είδα σε όλο Του το μεγαλείο στο δρόμο προς τη Δαμασκό, σε σημείο να χάσω το φως μου. Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν και δεν πιστεύουν στην παντοδυναμία Του. Και όμως, ξέρω καλά, ομολογεί ο απόστολος Παύλος, πως τα πάντα κρατά στο δυνατό Του χέρι.
Δ) Γνωρίζω την καρδιά Του. Γνωρίζω τα συναισθήματά Του. Τον πρωτοσυνάντησα στο δρόμο της Δαμασκού. Ήταν μια σκληρή συνάντηση, μα τόσο αναγκαία. Μετά μου χάρισε πάλι το φως Του σ’ ένα άλλο κόσμο, στο δικό Του κόσμο. Έζησα μαζί Του, κοντά Του, οδηγούμενος διαρκώς από Αυτόν μια ζωή ολόκληρη. Κάποτε με ανέβασε μέχρι τρίτου ουρανού και είδα πράγματα, που άλλος κανείς δεν τα έχει δει.
Ε) Γνωρίζω τη δύναμή Του. Τόσα χρόνια με χρησιμοποίησε, μέσα στα αιώνια σχέδιά Του και έκανε τόσα μεγάλα και θαυμαστά δι’ εμού.
Γνωρίζω σε ποιον πίστεψα. Και λέγοντας τα λόγια αυτά είναι σαν να δίνει απάντηση σ’ ένα πλήθος ανθρώπων, δυσκολιών, περιστάσεων.
Δεν μου χρειάζονται οι συμπόνιες σας. Ίσως μερικοί να στεκόντουσαν κοντά του με παρακλητική και παρηγορητική διάθεση.
Δεν μου χρειάζεται η συμπαράστασή σας. Όταν έχω τον Κύριο, τι να την κάνω την ανθρώπινη συμπαράσταση, όσο καλοπροαίρετη και αν είναι.
Δεν μου περνά από τη σκέψη ούτε για μια στιγμή να αλλάξω Κύριο: «τίνα άλλον έχω εν τω ουρανώ; και επί της γης δεν θέλω άλλον, παρά σε.»(Ψαλμός ογ΄ 25).
Δεν πρόκειται να μετανιώσω και ν’ αναιρέσω την εκλογή μου, που πριν τόσα χρόνια έκανα. Είναι βέβαιο πως για πολλά πράγματα και για πολλές μας εκλογές μέσα στον κόσμο τούτο μετανιώνουμε. Ίσως για τη γυναίκα που παντρευτήκαμε, για τη γειτονιά που διαλέξαμε, για το επάγγελμα που ακολουθήσαμε. Μα γιατί διαλέξαμε τον Κύριο και γίναμε δικοί Του, δεν νομίζω να υπάρχει κανένας που να μετάνιωσε.
Όταν πρωτοπήγαμε στον Χριστό, πήγαμε κάτω από την πίεση κάποιων αναγκών και απογοητεύσεων. Είναι αλήθεια πως μας χάρισε πάρα πολλά. Μα τώρα που Τον γνωρίσαμε και Τον αγαπήσαμε, μπορούμε να επαναλάβουμε τα ευλογημένα λόγια εκείνου του ύμνου «μ’ αρκεί μόνον ο Χριστός». Πήγαμε σε ώρα απελπισίας. Μείναμε κοντά Του για τα δώρα Του. Μα ξεχωρίσαμε και απολαμβάνουμε το Πρόσωπό Του. Και είναι τόσο μεγάλο αυτό.
Είναι αλήθεια πως απ’ όλες τις μεριές περιβαλλόμαστε από τόσο δυσάρεστα πράγματα, από κακούς ανθρώπους, από εκκλησίες διχασμένες, που δεν υπακούουν στο Πνεύμα του Κυρίου, από κακή μαρτυρία κάποιων άλλων, που η ζωή τους δεν δοξάζει, μα αντίθετα δυσφημεί το όνομα του Κυρίου. Όλα αυτά υπήρχαν και υπάρχουν και σήμερα. Μα για μένα, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν αντανακλά στο Πρόσωπο του Κυρίου μου.
Άλλωστε, για όλα αυτά μας μίλησε πολλές φορές. Μας τα προείπε με μεγάλη ακρίβεια. Και αντί να μας κλονίσουν την πίστη σ’ Αυτόν, μας εδραιώνουν. Μίλησε για λύκους βαρείς. Μίλησε για εργάτες, των οποίων «ο θεός είναι η κοιλία». Μίλησε για κάθε τι δυσάρεστο που συμβαίνει γύρω μας. Δεν μας τρομάζουν, ούτε μας πτοούν όλα αυτά. Πως μας κάνουν και λυπόμαστε, αυτό είναι αλήθεια. Μα τίποτα παραπάνω, όσον αφορά στην πίστη μας.
Κάτι πολύ αληθινό, που τελευταία πάρα πολύ λέγεται και συζητιέται, είναι πως ζούμε και διάγουμε στους έσχατους καιρούς. Όλα τα σημεία βεβαιώνουν πως το τέλος ζυγώνει. Η σύγχρονη εκκλησία έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ξεπεσμένης εκκλησίας της Λαοδικείας. Όλα έχουν γίνει στεγνά δογματικά και η πίστη είναι δυσδιάκριτη και η αγάπη παγωμένη. Και διερωτάσαι αν ερχόμενος ο Κύριος θα βρει την πίστη επί της γης. Πολλά συντρέχουν, που απογοητεύουν και πληγώνουν τις καρδιές μας. Μα πάνω απ’ όλα αυτά, ευτυχώς που μπορούμε και επαναλαμβάνουμε τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «γνωρίζω σε ποιον πίστεψα». Αυτό τα εξουδετερώνει όλα.